Saturday, October 30, 2010

Γιάννης Κούρος: ένας βαμμένος μαραθωνοδρόμος



Η δύσμοιρη Ελλάς βγαίνει από την κρίση μέσω του 28ου κλασσικού Μαραθωνίου Αθηνών. Το γεγονός αυτό αλλάζει την ρημαδιασμένη εικόνα της χώρας. Έτσι τουλάχιστον ισχυρίζεται ο αραιογένης υπουργός Πολιτισμού με την φωνή που βγαίνει δύσκολα, σαν από σφιγμένη οπή, την αφόρητη ηδυπάθεια, αλλά, οπωσδήποτε, την τεράστια ευφυΐα, Παύλος Γερουλάνος. Την ίδια άποψη ασπάζεται και ο λάτρης του σούσι, του γιλέκου και του κόμπου Windsor, ο ΥΠΕΞ με την προτεταμένη κάτω γνάθο, ο νυν και αεί υποψήφιος διδάκτωρ (και ισόποσης ευφυΐας με τον Γερουλάνο – αν όχι μεγαλύτερης), Δημήτρης Δρούτσας. Για να το λένε τέτοια μεγέθη, κάπως έτσι πρέπει να έχουν τα πράγματα...


Επομένως, ο «Ολυμπισμός», τα «υψηλά ιδανικά», η «ευγενής άμιλλα» και άλλα παρόμοιες – εντελώς πρωτότυπες – διακηρύξεις, θα σπάσουν κάθε ρεκόρ επαναλήψεως από σήμερα, σπάζοντας, ταυτοχρόνως, και τους γενετήσιους αδένες μας. Το ντεκόρ θα συμπληρωθεί από πολιτικούς επιδιδόμενους σε αρχαιολατρικούς δεκάρικους· από δημοσιογράφους-κασετόφωνα του μεροκάματου· από αθλητικόφιλους χλεμπονιάρηδες υγιεινιστές· από ξεθυμασμένους ελληνολάτρες που αναζητούν με τον φακό, νευρωσικά και ψυχαναγκαστικά, το αρχαιοελληνικό κλέος· και, βεβαίως, από το αναπόφευκτο sponsoring από Τράπεζες, εταιρίες αναψυκτικών και αθλητικών ειδών, καθώς και τηλεοπτικά κανάλια, που έχουν ενσωματώσει στην επαγγελματική πρακτική τους το πνεύμα αυτών ακριβώς των ιδανικών και επιθυμούν, ευλόγως, να το μεταλαμπαδεύσουν και σ’ εμάς. Τους ευχαριστούμε…


Βεβαίως, το θέμα του Μαραθωνίου, είτε στο πλαίσιο της σημερινής καρικατούρας είτε και γενικώς, θέτει διάφορα, κρίσιμα οπωσδήποτε, ερωτήματα: Γιατί τρέχει κανείς; Τι επιθυμεί να επιτύχει με τούτη την ακατανόητη –φαινομενικώς έστω – δραστηριότητα; Το να τρέχεις για να αποφύγεις το δάγκωμα ενός σκύλου είναι κατανοητό· ωσαύτως, το να τρέχεις για να προλάβεις το λεωφορείο. Αλλά, γιατί να τρέχει κανείς άνευ ειδικού λόγου και αιτίας; [«Αλήθεια, είχατε ποτέ την ευκαιρία να δείτε αυτές τις τεράστιες πορείες σύγχρονων αυτομαστιγουμένων, δηλαδή τους μαραθωνοδρόμους και τους λοιπούς αθλουμένους που συναντάμε στον δρόμο, με πρόσωπο που συσπάται απ' την προσπάθεια, κι όλη τους την ύπαρξη αφοσιωμένη στην εξαγορά της ψυχής τους;», αναρωτιέται εύστοχα ο Denis Grozdanovitch στην υπέροχη Μικρή Πραγματεία περί Αμεριμνησίας.] Γνωρίζουμε τα «θεωρητικά» περί αναμετρήσεως με τον Εαυτό, περί σκληραγωγήσεως και τα παρόμοια, αλλά, ομολογούμε ότι κάτι τέτοιες ερμηνείες αδυνατούν να μας καλύψουν. Μήπως η λύση έχει κάποιο – όχι τόσον λαμπερό – ψυχαναλυτικό βάθος; Μήπως υποκρύπτεται νεύρωσις; Μήπως θα πρέπει να ασπαστούμε την εντελώς παράδοξη και εκκεντρική άποψη, ότι το τρέξιμο υποκρύπτει από πλευράς του δρομέως μια έντονη, αλλά ασυνείδητη, επιθυμία να συνουσιαστεί με την Μητέρα Γη; Επειδή, όμως, έτσι πηγαίνει πολύ μακριά η βαλίτσα και κινδυνεύουμε και εμείς να κατρακυλήσουμε στη γραφικότητα, σταματούμε κάπου εδώ. Και περνούμε, τιμώντας κι εμείς με τα δικά μας όπλα τον 28ο κλασσικό Μαραθώνιο Αθηνών, στην παρουσίαση ενός μαραθωνοδρόμου διόλου γραφικού, του αγωνιστή της ζωής και του αθλητισμού Ιωάννη Κούρου.


«Όξω από το σπίτι!»… Αυτή την οδυνηρή φράση άκουσε ο μικρός Γιάννης, κάπου στις αρχές του ’60 στην Τρίπολη, το λίκνο της Αρκαδίας, από το στόμα του ίδιου του μαραγκού πατέρα του. Σεμνός ο Γιάννης και ευαίσθητος, ταπεινής καταγωγής αλλά με τεράστιο περίσσευμα ψυχής σαν τον Χριστό (ίσως, διότι και Εκείνου ο πατέρας μαραγκός ήταν…), υπέστη κλονισμό. Ο πληγωμένος και εκδιωχθείς από την οικογενειακή εστία Γιάννης δεν κατέληξε σε κάποια φάτνη, αλλά στο μικρό σπιτάκι του παππού και της γιαγιάς, στο γραφικό Μερκοβούνι, ένα τσιγάρο δρόμο από την Τρίπολη. Εργάστηκε από παιδί ο τίμιος Γιάννης ως χειρώναξ, με λαμπρά αποτελέσματα. Το παιδί της βιοπάλης, ωστόσο, δεν έχανε λειτουργία στον Ιερό Ναό της Αγίας Βαρβάρας Τριπόλεως. Ο καλός Θεός τον είχε τόσο πολύ βοηθήσει, που έπρεπε, λατρευτικώς, και ο Γιάννης κάτι να ανταποδώσει. Έτσι πέρασαν τα άγουρα εφηβικά χρόνια του μικρού Γιάννη. Μεγάλωνε όμως. Και δεν επιθυμούσε το άχθος της χειρωνακτικής εργασίας. Ήθελε κάτι το διαφορετικό, κάτι το καλύτερο. Μετά από πολύ σκέψη αποφάσισε ότι η λύση είναι η Γυμναστική Ακαδημία. Πηγαίνει μια και δυο στην μητέρα του και δειλά την ρωτά εάν μπορεί να υπολογίζει στην οικονομική στήριξη της οικογενείας. Εκείνη του δίνει μια σπαρακτική απάντηση, ικανή να ραγίσει και την πιο άπονη καρδιά: «Να κόψεις τον λαιμό σου να τα βρεις, αν θέλεις λεφτά»…


Έπρεπε να φύγει από την Τρίπολη ο μικρός Γιάννης. Το ήξερε καλά αυτό. Επρόκειτο για μια πόλη με εξαιρετικά δυσάρεστες θύμησες… Νηστικός, άφραγκος, περίπου κουρελής και σίγουρα ασκεπής γυρίζει πέρα-δώθε στους δρόμους της Τριπόλεως. Οι μέρες κυλούν βασανιστικά. Ο Γιάννης τις μετράει μία-μία. Έχουν, εντωμεταξύ, αποδημήσει οι αγαπημένοι παππούς και γιαγιά που τον φρόντιζαν στοργικά πολύ και ο Γιάννης δεν έχει σχεδόν ούτε μια μπουκιά να βάλει στο στόμα του. Μόνο στον αθλητισμό εκτονώνεται. Μήκος, τρέξιμο, μπάσκετ – αυτές είναι οι ενασχολήσεις του αδικημένου αγοριού. Να’ ναι καλά ο αγαπημένος του φίλος, ένα προνομιούχο παιδί της Τριπόλεως, που, όποτε ο Γιάννης έχει κρίσιμο αγώνα, του αγοράζει ένα φραντζολάκι από τον γειτονικό φούρνο χώνοντάς του μέσα και μια σοκολάτα περιπτέρου. «Έτσι μπορούσα να φάω κάτι τις και να στυλωθώ…», θα παραδεχθεί ο μετέπειτα μεγάλος μας αθλητής.


Ο Γιάννης πολιτικοποιήθηκε κιόλας – και μάλιστα από ενωρίς. Σαν τώρα θυμάται την αποφράδα 21η Απριλίου του 1967. «Ήρθαν αστυνομικοί στην αλάνα που παίζαμε και μας διέταξαν να πάμε γρήγορα στα σπίτια μας. Την επόμενη μέρα μας μάζεψαν στο σχολείο και μας κούρεψαν γουλί». Αυτή ήταν η οδυνηρή πρώτη επαφή του Γιάννη με την πολιτική. Εκεί, ίσως, κατάλαβε και την σχέση πολιτικής και αισθητικής (χωρίς, μάλλον, ο νεαρός τριπολιτσιώτης να γνωρίζει την σχετική ανάλυση του Friedrich von Schiller…).


Ο Γιάννης, έφηβος ακόμη, απέρριψε τα ομαδικά σπορ. Εστράφη στα ατομικά. «Δεν είναι δίκαια τα ομαδικά σπορ!», θα πει αργότερα. «Μπορεί να αποδώσω καλά και όμως να χάσω. Έτσι θα μείνω χωρίς ανταμοιβή», θα υποστηρίξει. Εντοπίζονται εδώ ψήγματα εγωπαθείας; Ποιος να ξέρει…


Τελικά, ο Γιάννης θα αφήσει την Τρίπολη και θα κατέβει στην πρωτεύουσα κυνηγώντας την τύχη του. Θα απασχοληθεί στο κατάστημα ενός Εβραίου υφασματέμπορος και, ακολούθως, ως βοηθός τυπογράφου. Θα βγάλει και δίσκους με τραγούδια, ενώ ένα φεγγάρι θα τιμήσει και τις μπουάτ, άδοντας τραγούδια του νέου κύματος (όπως έκανε για να βγάλει τον επιούσιο, με την κιθαρίτσα του και το ψευδώνυμο «Τεό Νέβας», και ο μετέπειτα καθηγητής, το γνωστό «όνειδος» της οικογένειας Παπανδρέου, ο σώγαμπρος Θεόδωρος Κατσανέβας).


Ο Γιάννης πηγαίνει στρατό. Η μοναξιά της θητείας ενισχύει την επιθυμία του να ξαναπιάσει το τρέξιμο. Αρχίζει προπόνηση. Τρέχει φορώντας άρβυλα, αφού δεν υπάρχει χρήμα για «σπορτέξ». Παίρνοντας το χαρτί της απόλυσης, θα καταλήξει σε κάποιο ανήλιαγο υπόγειο στην πλατεία Αττικής. Εκεί θα αφιερωθεί στον εαυτό του σε συνθήκες αφόρητης μοναξιάς. Επί έναν ολόκληρο χρόνο θα μείνει στο υγρό υπόγειο, χωρίς ρεύμα και νερό, μόνος – αυτός και κάποιες κατσαρίδες. Ο Γιάννης γιγαντώνει το Εγώ του και ο χαρακτήρας του αρχίζει και παίρνει μια παράδοξη μορφή – ίσως στο μοτίβο του «Ενοίκου» του Polanski… Λέγεται Κούρος, αλλά μόνον κούρο δεν θυμίζει. Και τι μ’ αυτό… Έχει κερδίσει την ομορφιά της ψυχής…


Αμέσως μετά, αποφασίζει να βρει και πάλι έναν επαγγελματικό δρόμο. Και τον βρίσκει. Γίνεται παρασκευαστής τυρόπιτας-σπανακόπιτας σε γνωστό τυροπιτάδικο του κέντρου των Αθηνών – και μάλιστα διαπρεπής. Με αυτή του την επιτυχία, αρχίζει και παίρνει ψυχολογικά τα πάνω του. Εκ παραλλήλου, ασχολείται με μεγαλύτερη ζέση με τον αθλητισμό. Και ονειρεύεται… Η προπόνηση είναι εξουθενωτική. Με έναν τρόπο, θέλει να φτάσει το σώμα του στα όριά του. Και το καταφέρνει! Τρέχει όλη μέρα. Εθίζεται στην προπόνηση. Και έτσι εξελίσσεται σε δρομέα μεγάλων αποστάσεων.


Τα χρόνια περνούν. Ο Γιάννης καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Αναδεικνύεται σε τεράστιο δρομέα μεγάλων αποστάσεων. Κανένα εμπόδιο δεν φαίνεται ικανό να σταματήσει την νικηφόρα πορεία του αθλητή που τρέχει. Κατά την διάρκεια των μαραθωνίων και υπερμαραθωνίων δεν τρέχει μόνο· ταυτοχρόνως – σύμφωνα με τα λεγόμενά του – συνθέτει μουσική, λύνει προβλήματα, γράφει ποίηση, κοιμάται, διαμορφώνει φιλοσοφικούς αφορισμούς (ίσως παίζει και τρίλιζα), αλλά μέρα και νύχτα τρέχει – είναι σχεδόν ένας Υπεράνθρωπος... Οι άνεμοι και οι βροχές μαστιγώνουν το λιπόσαρκο, γυμνασμένο του κορμί, αλλά αυτός αντέχει – αντέχει όπως μόνον οι πραγματικά Μεγάλοι ξέρουν να αντέχουν. Και εκείνος είναι Μεγάλος, αφού μπορεί και τρέχει – τρέχει πολύ. Αναδεικνύεται ως ο διασημότερος μαραθωνοδρόμος στον πλανήτη. Γίνεται κάτοχος τόσων παγκόσμιων ρεκόρ που μπαίνει και στο βιβλίο Γκίνες. Τιμά με το τρέξιμο την μικρή Ελλάδα όσο λίγοι. Παρά τις τεράστιες επιτυχίες του, ο μεγάλος μας δρομεύς δεν ξιπάζεται· μένει ένας απλός, σεμνός άνθρωπος – ένας Ταπεινός.


Ένα απλό – σχεδόν ασήμαντο – συμβάν καθίσταται τόσο ενδεικτικό του μεγαλείου, της αυτάρκειας και της λιτότητας του μεγάλου Έλληνα αθλητή· ένα συμβάν ικανό να διδάξει σε όλους μας πολλά. Όταν αναδεικνύεται νικητής στο πρώτο του Σπάρταθλο, αποκαμωμένος από τον σωματικό και ψυχικό κάματο, ένα και μόνο πράγμα ζητά ο τίμιος, απλός μα χαλύβδινος Γιάννης: μια μερίδα ελληνικότατες μπάμιες!


Αυτός είναι ο Γιάννης Κούρος, ο μεγάλος μας μαραθωνοδρόμος που τίμησε με το ακαταπόνητο τρεχαλητό του την Ελλάδα όσο λίγοι…

812 comments:

«Oldest   ‹Older   801 – 812 of 812
Anonymous said...

Οι ελλεηνίδες είναι χοντροκώλες, σκούχτρες και κακομαθημένες. Να πριμοδοτήσουμε τους πάκηδες ώστε να τις παντρεύονται γιατί συνέχεια μας τα πρήζουν οι ελλεηνίδες μανάδες των ελλεεινίδων για την παρθένα (από το ένα αυτί) ελλεεινίδα κόρη τους που είναι σε ηλικία γάμου εδώ και 20 χρόνια.

Anonymous said...

Έ, όχι και να τις φορτωθούν οι πάκηδες. Κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς απάνθρωπο. Καλύτερα να τις φορτωθούν οι κρητικοί.

Anonymous said...

Πάκιδες είναι το πιο σωστό.

Anonymous said...

Οι κρητικοί δε θα έχουν πρόβλημα γιατί τους αρέζουν οι κατσίκες. Επίσης τους αρέζουν και οι κουμπάροι.

Anonymous said...

Πάκιδες και πακίδες. Άλλωστε οι περισσότερες είναι κατάμαυρες από την πολλή ηλιοθεραπεία. Σα γύφτικα τσουκάλια είναι οι βρωμιάρες. Και κάνουν και οικονομία στην ενυδατική.

Anonymous said...

http://fimotro.blogspot.com/2010/11/blog-post_6444.html

Χα, και κάποιος άλλος περιμένει να ανοίξει το πουγγί η θεία ντόρα, για να αλλάξει σκοπό, δε νομίζετε;

Anonymous said...

Στοίχημα σε πόσο καιρό θα εκθειάζει το εγχείρημα, με την προυπόθεση ότι θα γεμίσει το παγγάρι του βέβαια
Παγκαρογιάννης

Anonymous said...

...ξύνεται στη γλίτσα του τσοπάνη, όπως είπε και ο Νίκος μας....

Anonymous said...

12:24 προς τι η έκπληξη; δεν φαντάζομαι να είχες την απαίτηση ο Νίκος να γνωρίζει τέτοια χωριάτικα πράγματα...

Anonymous said...

http://fimotro.blogspot.com/2010/11/dna_13.html
Δεν δικαιούσαι δια ν ομιλείς.

Anonymous said...

Είπαμε χρήσιμοι κι αυτοί οι ηλίθιοι που λεγε ο Λένιν.Αλλα οχι και μόνο ηλίθιοι

KAPARDELI EFTICHIA said...

Συγχαρητήρια Γιαννη ...................το ονειρο που γινεται πραγματικοτητα

«Oldest ‹Older   801 – 812 of 812   Newer› Newest»