Friday, December 25, 2015

Τα Χριστούγεννα του Θωμά



Μονάχος του θα πέρναγε την άγια τούτη μέρα των Χριστουγέννων ο αγωνιστής Θωμάς. Μα το ’χε συνηθίσει πια. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγε. Άλλωστε, η κοινωνικότητα ποτέ δεν ήταν το φόρτε του. Μονάχος του επέρναγε σχεδόν όλες τις γιορτές τα τελευταία χρόνια. Σαν τον «μοναχικό πολυπράγμονα». Αφού φίλους και συγγενείς δεν είχε. Ούτε και οικογένεια. Μονάχα συντρόφους είχε. Αφού είχε σφυρηλατήσει αγωνιστικές σχέσεις, χρόνια τώρα, στο αμόνι των κοινωνικοπολιτικών αγώνων. Αλλά οι συναγωνιστές είχαν τις δικές τους οικογενειακές υποχρεώσεις. Και δεν μπορούσαν να κάμουν Χριστούγεννα με τον Θωμά. Κι ας τους έλεγε εξακολουθητικά «ελάτε μωρέ συναγωνιστές να στήσουμε ένα χριστουγεννιάτικο γλέντι!» – τίποτε αυτοί. Άλλωστε, τώρα πια είχε απομακρυνθεί κι από δαύτους, μετά τη σύνθλιψη των ονείρων του παλιού τού χρόνου· πάνω στα θρύψαλα των θρυμματισμένων  προσδοκιών της κοινωνικοπολιτικής ανατροπής. Μόνος του, λοιπόν, θα ’κανε και φέτο Χριστούγεννα ο Θωμάς. Δεν του κακοφαινόταν όμως. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγε. Πολλά χρόνια είχε να κάνει γιορτές με άλλον άνθρωπο. Από τότε που ’χασε τη μάνα του. Ούτε το τηλέφωνο χτυπούσε. Να βρεθεί ένας άνθρωπος, ένας παλιός συναγωνιστής, να του ευχηθεί. Ή, ακόμη καλύτερα, και να του απευθύνει πρόσκληση – έστω μια πρόσκληση της τελευταίας στιγμής. Δεν θ’ άφηνε, όμως, τη μοναξιά να του ρίξει το ηθικό· να τονε καταβάλει. Γιορτάρες μέρες, κι έπρεπε να γιορτάσει λιγάκι κι αυτός. Έστω εκ των ενόντων. Έστω και μόνος. Δέντρο είχε στολίσει ο Θωμάς. Το ίδιο κι απαράλλαχτο δέντρο, ύψος ένα και δέκα, που στόλιζε χρόνια τώρα. Το μόνο που έμενε ήταν να φάει χριστουγεννιάτικα. Να κρεοφαγήσει. Και παρακάθισε σε γεύμα για έναν. Έφκιασε, λοιπόν, δυο μπιφτέκια – απ’ τα μεγάλα. Και μια μεγάλη τοματοσαλάτα με φέτα και κρεμμύδι – θεέ μου, πόση μεγάλη ήτανε! Έφαγε και ψωμί. Χωριάτικο. Μισό καρβέλι. Και ήπιε κι ενάμισο κιλό κρασί. Γιοματάρι. Απ’ τα Μεσόγεια. Κι αφού απόφαγε, έριξε κι έναν ύπνο. Τρικούβερτο. Καλά ήτανε. Του χρόνου, μπορεί και να πέρναγε κι ακόμα καλύτερα Χριστούγεννα. Με παρέα. Παρέα καλή. Μακάρι. Γιατί η ελπίδα, όπως λέει κι ο λαός μας, πεθαίνει πάντα τελευταία. Γιατί το δικαίωμα του Θωμά να ελπίζει, κανένας πούστης, κανένας φασίστας, δεν μπορούσε να του το στερήσει.

/σχετικά άρθρα/
Η Πρωτοχρονιά του Θωμά